Συνέντευξη του Μ. Αraujo στον Χρήστο Κωνσταντινίδη (στο πλαίσιο του Osteology 2016 στο Monte Carlo)

Η απώλεια διαστάσεων στο μετεξακτικό φατνίο είναι ένα πεδίο που διάφοροι ερευνητές έχουν μελετήσει με πιο χαρακτηριστικές τις εργασίες των  Pietrokovski & Massler (1967), Schroeder et al., (1986). Αυτός όμως, που επανέφερε το θέμα και το έκανε πάλι επίκαιρο τα τελευταία χρόνια είναι ο διακεκριμένος ερευνητής Mauricio Araujo. Από το 2005, με σειρά από εξαιρετικές δημοσιεύσεις έχει τεκμηριώσει την αλλαγή των διαστάσεων του μετεξακτικού φατνίου σε οριζόντιο επίπεδο (3,8 mm) και σε κάθετο επίπεδο (1,24 mm), αλλαγή που λαμβάνει χώρα στους πρώτους έξι μήνες μετά την εξαγωγή. Η απώλεια διαστάσεων είναι μεγαλύτερη στο παρειακό πέταλο.

Στο εξαιρετικό Συνέδριο Osteology 2016, το οποίο έλαβε χώρα από τις 21-23 Απριλίου 2016 στο Μονακό με την συμμετοχή περίπου 2.500 συνέδρων από όλα τα μέρη του κόσμου, είχα την ευκαιρία να συναντήσω τον Καθηγητή Mauricio Araujo και να μιλήσουμε για μια σειρά από προβληματισμούς που απασχολούν τον οδοντίατρο στην καθημερινή κλινική πράξη αναφορικά με την επιλογή και την σωστή τεχνική τοποθέτησης των εμφυτευμάτων.

Σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις πάντα έχουμε έλλειψη διαστάσεων μετά από κάθε εξαγωγή. Καθίσταται λοιπόν επιβεβλημένη η διατήρηση φατνίου μετά από κάθε εξαγωγή;

H διατήρηση φατνίου είναι μια διαδικασία η οποία κοστίζει και σε χρόνο επούλωσης, αλλά και σε χρήματα. Έτσι σε οπίσθια δόντια αν και έχω ανακοινώσει ότι συμβαίνει η μεγαλύτερη απώλεια οστού, συχνά δεν υπάρχει λόγος παρέμβασής μας. Μετά την επούλωση θα έχουμε αρκετό οστούν. Σε περιπτώσεις όμως που υπάρχει κίνδυνος υπερπνευμάτωσης του ιγμορείου ή και σε κάποιες που λείπει το παρειακό τοίχωμα είναι σκόπιμη η διατήρηση φατνίου.

Στα πρόσθια συχνά προβαίνουμε σε διατήρηση φατνίου, γιατί οι διαστάσεις της ακρολοφίας είναι ούτως ή άλλως μικρές. Σε περιπτώσεις όμως, που υπάρχει ανάγκη δημιουργίας ακρολοφίας τότε δεν προβαίνουμε σε διατήρηση φατνίου, αλλά μετά την επούλωση των μαλακών ιστών σε GBR.

Πιστεύετε ότι η τοποθέτηση του εμφυτεύματος θα πρέπει να είναι bone driven ή prosthetically driven;

Στις περιοχές που δεν συντρέχει κάποιος λόγος αισθητικός, λειτουργικός ή υγιεινής η εμφύτευση γίνεται bone driven. Δεν είναι αναγκαίο ή επωφελές για τον ασθενή να επιδιώκουμε πάντα την «state of the art» επιλογή με κάθε κόστος.

Στην multi cited δημοσίευσή σας φάνηκε ότι η άμεση εμφύτευση δεν συμβάλλει στην διατήρηση του μετεξακτικού φατνίου. Τι τεχνική σήμερα συνιστάτε για διατήρηση του μετεξακτικού φατνίου: 1) διατήρηση της αρχιτεκτονικής των  μαλακών ιστών , 2) τεχνική ice cone, 3) πλήρωση του φατνίου με οστικό υποκατάστατο με ανοικτή επούλωση, 4) πλήρωση του φατνίου με κλειστή επούλωση, 5) διατήρηση στο παρειακό πέταλο ελάχιστου στρώματος της ριζικής επιφάνειας του φυσικού δοντιού, 6) αυξητικούς παράγοντες ( BMP-2, PDGF);

Τα εμφυτεύματα δεν διατηρούν ή αυξάνουν το οστούν σε άμεση εμφύτευση. Συνεπώς, η διατήρηση της αρχιτεκτονικής των μαλακών ιστών δεν θα εμποδίσει  καθόλου την αλλαγή των διατάσεων σε οριζόντια και κάθετη διάσταση.

Η τεχνική ice-cone ενδείκνυται όταν δεν υπάρχει το παρειακό πέταλο.

Η κλειστή επούλωση με μεμβράνη και κάποιο οστεοεπαγωγικό ξενομόσχευμα αργής απορρόφησης είναι ο χρυσός κανόνας. Οστούν θα δημιουργηθεί ούτως ή άλλως μέσα στο μετεξακτικό φατνίο, ακόμη και χωρίς διατήρηση φατνίου. Το οστικό υποκατάστατο επηρεάζει  την φάση του modeling, δηλαδή την απορρόφηση και αναδημιουργία του οστού.

Η διατήρηση υπολείμματος του φυσικού δοντιού έχει αποδειχθεί ότι συμβάλλει στη διατήρηση του παρειακού πετάλου, καθιστά όμως προβληματική την πρόγνωση της εμφύτευσης. Δεν την προτείνω.

Το BMP-2 δεν σταματά τους οστεοκλάστες, έτσι δεν επιδρά στη φάση της απορρόφησης. Σε μελέτες για να παρεμποδίσουν τη φάση της απορρόφησης χορηγήθηκαν διφωσφονικά. Φάνηκε όμως ότι τα αρνητικά υπερτερούσαν σε σχέση με την θετική επίδραση που είχαν στη διατήρηση των διαστάσεων του μετεξακτικού φατνίου.

Ποια είναι τα μελλοντικά ερευνητικά σας σχέδια;
Φαίνεται ότι το μέλλον είναι η δημιουργία νέων scaffolds με οστεοκαθοδηγητικές και οστεοεπαγωγικές ιδιότητες. Σε αυτές δουλεύω τώρα σε συνεργασία με κάποια εταιρεία.

Υπάρχει ένα ιδεώδες σύστημα εμφυτεύματος;
Σε μελέτες φαίνεται ότι «όλα δουλεύουν». Όμως προσωπικά, πιστεύω ότι αυτά που υποστηρίζονται από μια μεγάλη επιστημονική ομάδα πλεονεκτούν, καθώς η ομάδα αυτή εργάζεται ώστε να μπορεί να βελτιώνει τα υπάρχοντα και να προχωρά σε νεωτερισμούς.
Για παράδειγμα πιστεύω ότι η εισαγωγή από κάποιες τέτοιες εταιρείες (Dentsply, κα.) εμφυτευμάτων μικρής διαμέτρου σχετίζεται με την νέα επιστημονική τάση για μείωση της διαμέτρου των εμφυτευμάτων με σκοπό τη διατήρηση οστικών τοιχωμάτων > 2mm.

Ποιος κατά τη γνώμη σας είναι ο ιδεώδης εμφυτευματολόγος; Ο περιοδοντολόγος, ο γναθοχειρουργός ή ο γενικός οδοντίατρος;

ΟΛΟΙ ΑΥΤΟΙ. Σήμερα, που υπάρχει παντού διαθέσιμη και συνεχιζόμενη εκπαίδευση πάνω στα εμφυτεύματα, η απάντηση είναι ΟΛΟΙ μπορούν να ασχοληθούν και σταδιακά μέσω εκπαίδευσης και εμπειρίας να βελτιώσουν το γνωστικό και κλινικό τους επίπεδο.

Όπως γνωρίζω, εκτός από ερευνητής στο Gothenburg και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Maringa (Βραζιλία),διατηρείτε και κλινική, πολύ επιτυχημένη στην Maringa. Θα μπορούσατε να εγκαταλείψετε το ιατρείο σας και να αφιερωθείτε με όλες σας τις δυνάμεις στην έρευνα;

Πιστεύω ότι ένας πραγματικός οδοντίατρος οπωσδήποτε επιτελεί κλινικό έργο. Λατρεύω την έρευνα, αλλά δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς το ιατρείο μου.

Κάπως έτσι ολοκληρώθηκε η συζήτησή μου με τον M. Araujo, ένα λαμπρό μυαλό, αλλά συνάμα σεμνότατο και προσηνές. Μάλιστα, ο Καθηγητής Araujo εκδήλωσε θαυμασμό για την Ελλάδα και επιθυμία να την επισκεφτεί.

Χρήστος Κωνσταντινίδης  M.Sc (Prosth.)