Έρευνα: Περισσότερα παιδιά, λιγότερα δόντια;

Η μεγαλύτερη οικογένεια συνδέεται με την αυξημένη πιθανότητα απώλειας δοντιών για τις μαμάδες, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ευρωπαϊκής μελέτης «Gain a child, lose a tooth? Using natural experiments to distinguish between fact and fiction», η οποία δημοσιεύεται στην επιστημονική εφημερίδα Journal of Epidemiology & Community Health.

Οι ερευνητές στηρίχθηκαν σε στοιχεία από τη μελέτη Survey of Health, Ageing, and Retirement in Europe (SHARE) και συγκεκριμένα από το πέμπτο κύμα της έρευνας, το οποίο πραγματοποιήθηκε το 2013 σε δείγμα 34.843 ατόμων από την Αυστρία,  το Βέλγιο, την Τσεχία, τη Δανία, την Εσθονία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, το Λουξεμβούργο, την Ολλανδία, τη Σλοβενία, την Ισπανία, την Ελβετία και το Ισραήλ.

Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων  στο πέμπτο κύμα της έρευνας ήταν 67 έτη και  οι ερωτώμενοι ανέφεραν ότι είχαν χάσει κατά μέσο όρο 10 δόντια. Όπως ήταν αναμενόμενο, η απώλεια δοντιών αυξανόταν με την ηλικία, απώλεια που έφτανε κοντά στα επτά δόντια για τις γυναίκες ηλικίας 50-60 ετών και μέχρι και 19 λιγότερα δόντια για τους άνδρες ηλικίας 80 ετών και άνω. Το υψηλό μορφωτικό επίπεδο σχετίστηκε με χαμηλότερο κίνδυνο απώλειας δοντιών στις γυναίκες.

Οι ερευνητές εξέτασαν κατά πόσο η απόκτηση διδύμων ή τριδύμων είχε επίπτωση στην απώλεια δοντιών, συγκριτικά με τις μονές κυήσεις, ενώ έλαβαν υπ’ όψιν τους και το φύλο των δύο πρώτων απογόνων, στηριζόμενοι στην υπόθεση ότι αν τα δύο πρώτα παιδιά είχαν το ίδιο φύλο, ίσως οι γονείς αποφάσιζαν να αποκτήσουν και τρίτο παιδί διαφορετικού φύλου.

Χρησιμοποιώντας μια εξειδικευμένη στατιστική μέθοδο διαπίστωσαν ότι η απόκτηση τρίτου παιδιού είχε καθοριστική επίδραση στην στοματική υγεία της μητέρας, όχι όμως του πατέρα.

Υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων, η περαιτέρω προώθησης της στοματικής υγιεινής, η διατροφή που είναι φιλική με τα δόντια, καθώς και η τακτική- προληπτική οδοντιατρική φροντίδα, ειδικά στις εγκύους και στις μητέρες αποτελούν καθοριστικής σημασίας στρατηγικές για τους κλινικούς και την πολιτική υγείας, ανέφεραν μεταξύ άλλων, οι ερευνητές.